|
Ο
κλάδος των ιχθυοκαλλιεργειών αποτελεί έναν από τους
σημαντικότερους της Ελληνικής οικονομίας ο οποίος έχει
σημαντικές προοπτικές περαιτέρω ισχυροποίησής του
ακολουθώντας τη γενικότερη τάση που υπάρχει παγκοσμίως
όπως αποτυπώθηκε σε παλαιότερη μελέτη του Παγκόσμιου
Οργανισμού Τροφίμων. Βάση στατιστικών στοιχείων του
Ο.Ο.Σ.Α. για το 2002, ο κλάδος των ιχθυοκαλλιεργειών
στην Ελλάδα αντιπροσωπεύει το 0,20% του Α.Ε.Π., ενώ
αποτελεί τον 3ο σε εξαγωγές ελληνικό
παραγωγικό κλάδο, καθώς εξάγεται το 77% της συνολικής
παραγωγής με την αξία να φτάνει τα
EURO
300 εκατ. ετησίως. Ο κυριότερος προορισμός των ελληνικών
εξαγωγών τσιπούρας είναι η Ιταλία στην οποία καταλήγει
το 78,8% του συνόλου των εξαγωγών και ακολουθεί η
Ισπανία με 12,1% και η Γαλλία με 4,9%. Οι εξαγωγές
λαβρακίου κατευθύνονται προς την Ιταλία (73,1%), την
Ισπανία (12%) και τη Γαλλία (7,6%).
Σε
επίπεδο ΕΕ των 15 κρατών μελών, η ιχθυοκαλλιέργειες
αντιπροσωπεύουν το 31% της συνολικής αξίας της
αλιευτικής παραγωγής. Σύμφωνα με επίσημα στοιχεία της
Ε.Ε. για το 2001 η Ελλάδα είναι ο 5ος
μεγαλύτερος ιχθυοπαραγωγός με τον όγκο της παραγωγής να
ανέρχεται σε 97,8 χιλ. τόνους και την αξία στα
EURO
344,7 εκατ.. Ταυτόχρονα, η Ελλάδα αποτελεί τη μεγαλύτερη
παραγωγό χώρα τσιπούρας και λαβρακίου στην Ευρώπη.
Οι
επιδόσεις αυτές της ελληνικής ιχθυοκαλλιέργειας
οφείλονται στην πολύ μεγάλη ανάπτυξη που σημείωσε ο
κλάδος στα μέσα της δεκαετίας του 1990 κυρίως λόγω των
επιδοτήσεων και των δανειοδοτικών προγραμμάτων με πολύ
ευνοϊκούς όρους που δόθηκαν στους ιχθυοκαλλιεργητές.
Σύμφωνα πάντως με εκπροσώπους του κλάδου ο παράγοντας
αυτός θεωρείται και ο πλέον υπεύθυνος για την κρίση που
αντιμετώπισαν οι ιχθυοπαραγωγικές μονάδες την τελευταία
4ετία καθώς η υπερπαραγωγή που προέκυψε σε συνδυασμό με
την αδυναμία ενός πολύ μεγάλου μέρους παραγωγών να
εκπληρώσει εμπρόθεσμα τις οικονομικές του υποχρεώσεις
οδήγησαν σε πόλεμο τιμών που σε πολλές περιπτώσεις
υπολείπονταν σημαντικά του κόστους παραγωγής. Οι
επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται αυτή τη στιγμή στον
κλάδο διακρίνονται στις καθετοποιημένες μονάδες οι
οποίες ασχολούνται τόσο με την πάχυνση των ψαριών όσο
και με την παραγωγή γόνου, σε επιχειρήσεις που διαθέτουν
μόνο μονάδες πάχυνσης και αυτές που ασχολούνται μόνο με
την εκτροφή γόνου. Κατά την τελευταία 3ετία ο αριθμός
των μονάδων ιχθυοκαλλιέργειας και της παραγωγής έχει
μειωθεί κατά 30% και σήμερα αριθμεί 269 μονάδες.
Σύμφωνα
με τη μελέτη της
ICAP
η οποία εκδόθηκε το Μάρτιο του 2003 ο κλάδος της
ιχθυοκαλλιέργειας αποτελεί ένα δυναμικά αναπτυσσόμενο
κλάδο της ελληνικής οικονομίας. Τα τελευταία χρόνια
επικρατεί στον κλάδο μια έντονη κινητικότητα και τάσεις
συγκέντρωσης. Η διαδικασία αυτή που αναμένεται να
συνεχιστεί και κατά την προσεχή 2ετία έχει ήδη αποδώσει
τα πρώτα αποτελέσματα, καθώς το 2004 αποτέλεσε το πρώτο
έτος ανάκαμψης για τον κλάδο τόσο σε επίπεδο
αποτελεσματικότητας λειτουργίας των παραγωγικών μονάδων,
όσο και σε επίπεδο τιμών οι οποίες αυξήθηκαν τουλάχιστον
κατά 1
EURO
σε σχέση με το 2003 τάση που αναμένεται
να συνεχιστεί και το 2005.
Παλαιότερες μελέτες του ΙΟΒΕ για την Ελληνική αγορά
ιχθυοκαλλιέργειας ευρύαλων ψαριών εκτιμούσαν ότι η
εγχώρια ζήτηση τσιπούρας και λαβρακίου για την περίοδο
2001-2005 θα ενισχυθεί με μέσο ετήσιο ρυθμό αύξησης (ΜΕΡΑ)
της τάξεως του 14,6% ενώ ο αντίστοιχος ΜΕΡΑ για τις
εξαγωγές αναμένεται να φτάσει το 10,3%. Πιο συγκεκριμένα,
η εγχώρια ζήτηση αναμένεται να ξεπεράσει τους 40.000
τόνους το 2005 ενώ οι εξαγωγές στην ίδια περίοδο
εκτιμάται ότι θα προσεγγίσουν τους 67.000 τόνους.
Σύμφωνα με την ίδια μελέτη, η συνολική ποσότητα που
διατέθηκε στην εγχώρια αγορά και για τα δύο
προαναφερόμενα είδη έφτασε το 2000 στους 19.000 τόνους
σημειώνοντας ΜΕΡΑ της τάξεως του 36,25 από το 1990. κατά
το 2000, η κατά κεφαλή κατανάλωση των δύο τύπων ψαριών
προσέγγισε τα 2 κιλά ανά άτομο.
Η
εγχώρια αγορά και για τα δύο είδη αναπτύχθηκε ραγδαία
κυρίως την τελευταία δεκαπενταετία και έτσι από 905
τόνους που ήταν η παραγωγή ανήλθε στους 60.000 τόνους.
Εξάλλου η διαρκώς αυξανόμενη παραγωγή στον τομέα των
θαλασσοκαλλιεργειών καλύπτει τη συνεχή μείωση των ψαριών
ελεύθερης αλιείας στην Ελλάδα. Η παραγωγή τσιπούρας στη
Μεσόγειο το 2001 αυξήθηκε στους 63.000 τόνους ενώ η
παραγωγή λαβρακιού στους 49.000 τόνους. Αντίθετα η τιμή
συμπιέστηκε στα 4,64
euro/kg
το 2000 έναντι
6,22
euro/kg
το 1995 για την
τσιπούρα και στα 5,38
euro/kg
έναντι 6,72
euro/kg
το 1995 για το
λαβράκι. Κατά το τελευταίο, ωστόσο έτος, οι τιμές των
δύο αυτών προϊόντων κατέγραψαν αύξηση τουλάχιστον κατά 1
euro.
Η
Εταιρία δραστηριοποιείται στον κλάδο των
ιχθυοκαλλιεργειών και συγκεκριμένα στην παραγωγή γόνου
από ιχθυογεννητικούς σταθμούς και στην εκτροφή ευρύαλων
μεσογειακών ψαριών.
Η
πλειοψηφία των εταιριών του κλάδου παρουσίασε για το
2004 αύξηση κερδοφορίας καθώς ο ανταγωνισμός των
προηγούμενων ετών αποτέλεσε σημαντικό παράγοντα ο οποίος
τις οδήγησε στην αναζήτηση τρόπων μείωσης των εξόδων
τους, ανοίγοντας παράλληλα έναν κύκλο εξαγορών και
στενότερων συνεργασιών στοχεύοντας κυρίως την αύξηση των
πωλήσεων στο εξωτερικό. Η προσπάθεια αυτή σε συνδυασμό
με την άνοδο των τιμών που σημειώθηκε, οδήγησε στα
θετικά αποτελέσματα της παρελθούσας χρήσης. Η τάση
συγκέντρωσης της παραγωγής και της διάθεσης στον κλάδο
αναμένεται να ενταθεί στο άμεσο μέλλον, καθώς ο κλάδος
χρειάζεται μεγαλύτερες και ισχυρότερες επιχειρήσεις οι
οποίες να είναι σε θέση να επηρεάσουν τις συνθήκες της
αγοράς και να δημιουργήσουν τις κατάλληλες προϋποθέσεις
για σταθερή αύξηση της κερδοφορίας χωρίς σημαντικές
διαταράξεις.
Παράλληλα, ιδιαίτερα σημαντικό παράγοντα για την
ελληνική ιχθυοκαλλιέργεια αποτελεί το Γ΄ ΚΠΣ και το νέο
Επιχειρησιακό Πρόγραμμα αλιείας και υδατοκαλλιέργειας
για την περίοδο 2000-2006. Τόσο οι προβλεπόμενες
επιχορηγήσεις οι οποίες υπολογίζονται περίπου σε
euro
587
εκατ. για την προαναφερόμενη περίοδο όσο και οι
θεσμοθετημένοι κανόνες δίνουν τεράστιες δυνατότητες
ορθής διαχείρισης των πόρων, ώστε να συνεχίσει η
ελληνική ιχθυοκαλλιέργεια την αναπτυξιακή πορεία της. Οι
επιχειρήσεις του κλάδου στην Ελλάδα, έχουν εντάξει στα
επενδυτικά τους προγράμματα παράλληλη με την ανάπτυξη
των εμπορικών τους δικτύων και την έρευνα για την
καλλιέργεια νέων ειδών σε μια προσπάθεια προσέγγισης των
διατροφικών συνηθειών των ξένων καταναλωτών. Νέα είδη
όπως το φαγκρί, η χιόνα και το μυτάκι, έχουν βγει στη
βιομηχανική παραγωγή, ενώ σημαντικά βήματα έχουν γίνει
και στην καλλιέργεια γλώσσας.
Ο κλάδος της ιχθυοκαλλιέργειας που
επιχειρούμε είναι ένας από τους μεγαλύτερους σε μέγεθος
εξαγωγικούς κλάδους της χώρας μας. Σύμφωνα με τις
τελευταίες μελέτες και δημοσιεύσεις οι προοπτικές
εξέλιξής και βιωσιμότητάς του είναι θετικές και ταχύτατα
αναπτυσσόμενες, κυρίως λόγω της συνεχώς αυξανόμενης
ζήτησης και κατανάλωσης των προϊόντων του σε παγκόσμιο
επίπεδο και αναδείχθηκε ως ένας δυναμικός κλάδος της
πρωτογενούς παραγωγής, ιδιαίτερα σημαντικός για την
Εθνική Οικονομία.
Έχει έντονο
εξαγωγικό χαρακτήρα, προσφέρει στην κατανάλωση προϊόντα
υψηλής διατροφικής αξίας, ενώ συμβάλλει στην εξασφάλιση
θέσεων εργασίας. Το 80 % περίπου της παραγωγής εξάγεται,
κυρίως σε χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης (αξίας € 340 εκατ.),
γεγονός που έχει καταστήσει τον κλάδο έναν από τους
πλέον εξαγωγικούς της χώρας.
Εν συντομία
αναφέρουμε ότι η Ελλάδα όσον αφορά την παραγωγή ετοίμου
προϊόντος αλλά και γόνου ειδικότερα στην Ευρωζώνη
βρίσκεται συνεχώς στην πρώτη θέση αλλά και παγκοσμίως
πολύ ψηλά. Η παραγωγή κυρίως της τσιπούρας και του
λαυρακιού στην Ευρώπη από το 1999 έως σήμερα σχεδόν
διπλασιάστηκε, ομοίως η παραγωγή γόνου τριπλασιάστηκε.
Ειδικότερα στη χώρα μας η παραγωγή ετοίμου προϊόντος από
περίπου 48χιλ. τόνους το 1999 έφτασε περίπου τους 85χιλ.
τόνους το 2006 σε συνολική ευρωπαϊκή παραγωγή 195χιλ.
τόνους, ήτοι παράγει περίπου το 45% αυτής. Ως
ισχυρότερος ανταγωνιστής θεωρείται η Τουρκία, η οποία
λόγω του χαμηλού κόστους παραγωγής έχει μια εντυπωσιακή
αύξηση της παραγωγής της και σημαντικά χαμηλότερες τιμές
πώλησης.
Το κυριότερο
πρόβλημα για τις εταιρίες του κλάδου θεωρούμε πως είναι
η διασφάλιση της ποιότητας του ετοίμου προϊόντος,
προκειμένου ο κλάδος να μπορέσει να ανταπεξέλθει στο
μεγάλο πλέον ανταγωνισμό που υφίσταται από τα τέλη της
δεκαετίας του 1990 λόγω ουσιαστικά του εξαγωγικού του
χαρακτήρα. Η συνεχής διεύρυνση της παραγωγής από τις
εταιρίες του κλάδου που πραγματοποιήθηκε τα τελευταία
χρόνια ειδικά από την δεκαετία του 1990 είχε ως
αποτέλεσμα να δημιουργήσει υπερπροσφορά η οποία
προκάλεσε την μείωση των τιμών του τελικού προϊόντος.
|